Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

Των Αγίων Μύρωνος, Στράτωνος, Φιλίππου, Ευτυχιανού, Κυπριανού, Παύλου, Ιουλιανής 17 Αυγούστου

Των Αγίων Μύρωνος, Στράτωνος, Φιλίππου, Ευτυχιανού

Τω αυτώ μηνί ΙΖ’, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος Μύρωνος.




Τι μοι κεφαλής η τομή Μύρων λέγει,
Προς το στέφειν μέλλον με πάντιμον στέφος;

Εβδομάτη δεκάτη τε Μύρων τάμε ξίφος οξύ.


Ούτος ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, και Αντιπάτρου άρχοντος Αχαΐας, ήτοι της Λιβαδίας, εν έτει σν’ [250]. Πρεσβύτερος κατά το αξίωμα, αγαθός κατά την γνώμην, έντιμος κατά το γένος, πλούτον έχων πολύν, και παρά Θεού και ανθρώπων φιλούμενος.

Επειδή λοιπόν ο ρηθείς Αντίπατρος επήγεν εις την Εκκλησίαν κατά την ημέραν των Χριστού Γεννών, με σκοπόν δια να πιάση πολλούς Χριστιανούς, και να τιμωρήση αυτούς, δια τούτο ο Άγιος ούτος Μύρων, ζήλου θείου πλησθείς, ύβρισε τον Αντίπατρον.

Τούτου χάριν εκρέμασαν αυτόν και εξέσχισαν. Έπειτα τον έρριψαν μέσα εις ένα καμίνι, το οποίον τόσον πολλά ανάφθη, ώστε οπού ο κτύπος της φωτίας ηκούετο εις πολύ διάστημα τόπου. Αλλ’ όμως το καμίνι δεξάμενον τον Άγιον, εφύλαξεν αυτόν αβλαβή. Η δε φωτία ευγαίνουσα έξω από το καμίνι, κατέκαυσεν εκατόν πενήντα ανθρώπους Έλληνας.

Ύστερον ανάγκασαν τον Άγιον να θυσιάση εις τα είδωλα, και επειδή δεν επείσθη, δια τούτο εύγαλαν λωρία από τους ώμους έως εις τα ποδάριά του, από τα οποία πέρνωντας ο Μάρτυς ένα λωρί, το έρριψεν εις το πρόσωπον του Αντιπάτρου. Αφ’ ου δε έγδαραν αυτόν, πάλιν εξέσχισαν τας εγδαρμένας του σάρκας.

Μετά ταύτα έδωκαν τον Άγιον εις τα θηρία δια να τον φάγουν, αλλ’ εκείνα τον εφύλαξαν αβλαβή και ολόκληρον. Όθεν βλέπωντας ο Αντίπατρος, πως εφυλάχθη αβλαβής, δεν υπέφερε την εντροπήν, δια τούτο εθανάτωσε τον εαυτόν του με τας ιδίας του χείρας. Ο δε Άγιος εφέρθη εις την Κύζικον, και εκεί εδέχθη από τον ανθύπατον την του θανάτου απόφασιν. Όθεν αποκεφαλισθείς, απέλαβεν ο μακάριος τον του μαρτυρίου αμάραντον στέφανον.

*

Τη αυτή ημέρα μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Στράτωνος, Φιλίππου, Ευτυχιανού, και Κυπριανού.


Εις τον Στράτωνα.


Έθεντό με βδέλυγμά φησιν ο Στράτων,
Άνδρες βδελυκτοί και πυρί κτείνουσί με.

Εις τον Φίλιππον.


Φιλών Θεόν Φίλιππε και ψυχής πλέον,
Κατακριθείς πυρ ου φιλόψυχος γίνη.

Εις τον Ευτυχιανόν.


Ευτυχιανός εις κάμινον ηρμένην,
Ως ίππος εις πεδίον ην το του Λόγου.

Εις τον Κυπριανόν.


Πυρ Κυπριανέ καρτερήσας καμίνου,
Εξώτερον πυρ, ο Γραφή λέγει, φύγης.


Ούτοι οι Άγιοι διέτριβον εις την Νικομήδειαν, την νυν τουρκιστί λεγομένην Σμίτην. Επιταυτού δε ανέβαινον εις το θέατρον, δια να κατηχούν τον εκεί λαόν των Ελλήνων, και δια να μακρύνουν μεν αυτούς από την ειδωλολατρείαν, να προσφέρουν δε αυτούς εις την πίστιν του Χριστού.

Μίαν φοράν δε βλέπωντας ο άρχων της Νικομηδείας, πως ήτον άδειον και χωρίς ανθρώπους το θέατρον, ερωτήσας έμαθε την αιτίαν. Δηλαδή ότι οι λαοί διδασκόμενοι από τους Αγίους Μάρτυρας, αφήκαν τας ηδονάς του θεάτρου, και μεταχειρίζονται μίαν καινούργιαν ζωήν, καταφρονήσαντες τας συνηθείας των πατέρων και των προγόνων τους.

Όθεν ευθύς με πολλήν ογλιγωρότητα επρόσταξε να παραστήσουν τους Αγίους έμπροσθέν του. Οι δε Άγιοι παρασταθέντες αυτώ ωμολόγησαν, ότι και αυτοί έχουν την εις Χριστόν πίστιν, και τους άλλους διδάσκουσι να έχουν αυτήν. Δια τούτο λοιπόν εφέρθησαν εις το θέατρον και παρεδόθησαν εις τα θηρία· επειδή δε εφυλάχθησαν από αυτά αβλαβείς, δια τούτο εβασάνισαν αυτούς με διαφόρους τρόπους βασάνων.

Τελευταίον δε εβάλθησαν εις την φωτίαν, και ούτως ηγωνίσθησαν υπέρ Χριστού τον του μαρτυρίου αγώνα, και έλαβον παρ’ αυτού τον άφθαρτον στέφανον.

*

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων αυταδέλφων Παύλου, και Ιουλιανής.


Ιουλιανή Παύλος αδελφοί φύσει,
Ώφθησαν όντες και αδελφοί τω ξίφει.

Ούτοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Αυρηλιανού εν έτει σο’ [270], ευρισκόμενοι εις την Πτολεμαΐδα. Ήσαν δε αδελφοί κατά σάρκα, γεννηθέντες από ευγενείς γονείς, και ανατραφέντες περισσότερον με την ευσέβειαν, παρά με το γάλα. Ο δε Παύλος μεταχειρίζετο επιμελώς την ανάγνωσιν και μελέτην των θείων Γραφών.

Και επειδή νέος ακόμη ώντας, ήτον γεμάτος από τα θεία νοήματα των Γραφών, δια τούτο προχείρως και με ετοιμότητα επεστόμιζε τους αντιλέγοντας, και κήρυξ ένθεος εχρημάτιζε της περί ημάς του Θεού Λόγου οικονομίας. Όθεν βλέπωντας τον βασιλέα Αυρηλιανόν, πως επήγεν εις την Πτολεμαΐδα, επαρήγγειλεν εις την αδελφήν του Ιουλιανήν, να έχη θάρρος και μεγαλοψυχίαν, και να σταθή προθύμως, επειδή και μέλλει να ακολουθήση εις την Πτολεμαΐδα μεγάλος πειρασμός.

Και αυτός δε ο Παύλος αρμάτωσε τον εαυτόν του, δια να παρασταθή έμπροσθεν του βασιλέως, σφραγίσας το σώμα του με τον τύπον του τιμίου Σταυρού. Επειδή δε είδον αυτόν οι Έλληνες, πως έκαμε τον σταυρόν του ως Χριστιανός, δια τούτο έφερον αυτόν εις τον βασιλέα.

Ομολογήσας λοιπόν ο Άγιος την εις Χριστόν πίστιν, ήλεγξε την ματαιότητα των ειδώλων. Όθεν εκρέμασαν αυτόν και εξέσχισαν. Έπειτα έβαλον αυτόν και την αδελφήν του Ιουλιανήν, μέσα εις ένα καζάνι, γεμάτον από πίσσαν βρασμένην. Επειδή δε εφυλάχθησαν αβλαβείς, και επέμειναν εις την του Χριστού πίστιν, δια τούτο απλώθησαν επάνω εις ένα κρεββάτι σιδηρένιον πυρωμένον, και εδάρθησαν επάνω εις την ράχιν.

Τότε Κοδράτος και Ακάκιος οι δήμιοι, επειδή εσυμπόνεσαν τους Αγίους και τους επεριποιήθησαν, δια τούτο και μόνον απεκεφαλίσθησαν οι αοίδιμοι, και έλαβον τους στεφάνους του μαρτυρίου.


Έπειτα εβάλθησαν εις την φυλακήν οι Άγιοι, ο Παύλος λέγω και η αδελφή του, φορούντες σιδηράς αλυσίδας. Άγγελος δε Κυρίου ελθών, έλυσεν αυτούς από τα δεσμά, και άρτον έδωκεν εις αυτούς, από τον οποίον φαγόντες και δυναμωθέντες, ευχαρίστησαν τον Θεόν.

Μετά ταύτα πάλιν επαραστάθησαν εις τον βασιλέα, και επειδή δεν ηθέλησαν να θυσιάσουν, δια τούτο εδάρθησαν. Ένας δε δήμιος Στρατόνικος ονομαζόμενος, ελυπήθη και εσυμπόνεσε την Αγίαν Ιουλιανήν, διατί αυτή τον επαρακίνει να μη την λυπήται, αλλά να κάμη την προσταγήν του βασιλέως. Τούτο δε μαθών ο βασιλεύς, τον μεν Στρατόνικον, απεκεφάλισε, τους δε Αγίους, επρόσταξε να βαλθούν μαζί με φαρμακερά ερπετά και οφίδια.

Επειδή δε εφυλάχθησαν αβλαβείς υπό της θείας χάριτος, δια τούτο επρόσταξεν ο τύραννος να κτυπούν τα σιαγόνια του Αγίου Παύλου με μολύβια, και να δέρνουν αυτόν τέσσαρες στρατιώται με ακανθώδη ραβδία, από το ένα μέρος του σώματος και από το άλλο. Την δε Αγίαν Ιουλιανήν έβαλον εις ένα πορνοστάσιον, δια να ατιμασθή από ασώτους ανθρώπους. Άγγελος δε Κυρίου επιστάς, με τον κονιορτόν των ποδών του ετύφλωσεν εκείνους, οπού επήγαιναν δια να ατιμάσουν την Αγίαν.

Αλλ’ όμως η Αγία τούτους συμπονέσασα, ύστερον επροσευχήθη, και χύσασα νερόν εις τους οφθαλμούς των, κατέστησεν αυτούς υγιείς. Μετά ταύτα εβάλθησαν οι Άγιοι μέσα εις ένα λάκκον γεμάτον από φωτίαν, και εκεί μέσα επρόσταξεν ο τύραννος να τους λιθοβολήσουν. Ένα δε σύνεφον γεμάτον από φως, επήγε κοντά εις τον βασιλέα, και έβρεξε κατ’ επάνω του βροχήν από φωτίαν.

Ο δε βασιλεύς φοβηθείς, εύγαλε τους Αγίους από τον λάκκον. Έπειτα επρόσταξε να θέσουν αυτούς εις ένα ξύλον, και με αναμμένας λαμπάδας να καύσουν τα ομμάτια και όλον το σώμα των, και μετά τούτο, να τους αποκεφαλίσουν. Τούτου δε γενομένου, έλαβον οι Άγιοι παρά Κυρίου τους αφθάρτους στεφάνους της αθλήσεως.

*

Μνήμη των Αγίων Μαρτύρων Θύρσου, Λευκίου, Κορωνάτου, και της συνοδίας αυτών. Τελείται δε η αυτών Σύναξις πλησίον Ελενιανών.


Οι τρεις αθληταί νυν παρίστανται πόθω,
Τριάδι θεία, ης ενήθλησαν χάριν.

*

Η Σύναξις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου εν τοις Αρματίου.


Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς.


Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ’. Εκδόσεις Δόμος, 2005.


koinoniaorthodoxias.org

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου