O άγιος Δημήτριος Αρ­μα­τω­μέ­νος την Αρ­μα­τω­σιά του Θε­ού

O άγιος Δημήτριος Αρ­μα­τω­μέ­νος την Αρ­μα­τω­σιά του Θε­ού Φώ­τη Κόν­το­γλου

O άγιος Δημήτριος Αρ­μα­τω­μέ­νος

 

O ά­γιος Δη­μή­τριος μα­ζί με τον ά­γιο Γε­ώρ­γιο, εί­ναι τα δυ­ο παλ­λη­κά­ρια της χρι­στι­α­νο­σύ­νης.

 

A­υ­τοί εί­ναι κά­τω στη γη, κ’ οι δυ­ο αρ­χάγ­γε­λοι M­ι­χα­ήλ και Γα­βρι­ήλ εί­ναι α­πά­νω στον ου­ρα­νό.

Στα αρ­χαί­α χρό­νια τους ζω­γρα­φί­ζα­νε δί­χως άρ­μα­τα, πλην στα κα­το­πι­νά τα χρό­νια τους πα­ρι­στά­νου­νε αρ­μα­τω­μέ­νους με σπα­θιά και με κον­τά­ρια και ντυ­μέ­νους με σι­δε­ρο­που­κά­μι­σα.

Στον έ­ναν ώ­μο έ­χου­νε κρε­μα­σμέ­νη την πε­ρι­κε­φα­λαί­α και στον άλ­λον το σκου­τά­ρι, στη μέ­ση εί­ναι ζω­σμέ­νοι τα λου­ριά που βα­στά­νε το θη­κά­ρι του σπα­θιού και το ταρ­κά­σι πό­χει μέ­σα τις σα­γί­τες και το δο­ξά­ρι.
T­α τε­λευ­ταί­α χρό­νια, ύ­στε­ρα α­πό το πάρ­σι­μο της Πό­λης, οι δυ­ο αυ­τοί ά­γιοι και πολ­λές φο­ρές κι’ άλ­λοι στρα­τι­ω­τι­κοί ά­γιοι ζω­γρα­φί­ζουν­ται κα­βαλ­λι­κε­μέ­νοι α­πά­νω σε ά­λο­γα, σε ά­σπρο ο ά­γιος Γε­ώρ­γης, σε κόκ­κι­νο ο ά­γιος Δη­μή­τρης. K­ι’ ο μεν έ­νας κον­τα­ρί­ζει έ­να θε­ριό κι’ ο άλ­λος έ­ναν πο­λε­μι­στή, τον Λυα­ίο. A­υ­τά τα άρ­μα­τα που φο­ρά­νε ε­τού­τοι οι ά­γιοι, πα­ρι­στά­νου­νε ό­πλα πνευ­μα­τι­κά, σαν και κεί­να που λέ­γει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος:

O άγιος Δημήτριος Αρ­μα­τω­μέ­νος την Αρ­μα­τω­σιά του Θε­ού

“N­τυ­θή­τε την αρ­μα­τω­σιά του Θε­ού για να μπο­ρέ­σε­τε να αν­τι­στα­θή­τε στα στρα­τη­γή­μα­τα του δι­α­βό­λου.

 

Για­τί το πά­λε­μα το δι­κό μας δεν εί­ναι κα­τα­πά­νω σε αί­μα και σε κρέ­ας, αλ­λά κα­τα­πά­νω στις αρ­χές, στις ε­ξου­σί­ες, κα­τα­πά­νω στους κο­σμο­κρά­το­ρες του σκο­τα­διού σε τού­τον τον κό­σμο και κα­τα­πά­νω στα πο­νη­ρά πνεύ­μα­τα στον άλ­λον κό­σμο. Για τού­το ντυ­θή­τε την πα­νο­πλί­α του Θε­ού, για να μπο­ρέ­σε­τε να βα­στά­ξε­τε κα­τά την πο­νη­ρή την η­μέ­ρα, κι’ α­φού κά­νε­τε ό­σα εί­ναι πρε­πού­με­να, να στα­θή­τε.
T­ο λοι­πόν, στα­θή­τε γε­ρά, έ­χον­τας πε­ρι­ζω­σμέ­νη τη μέ­ση σας με α­λή­θεια, και ντυ­μέ­νοι με το θώ­ρα­κα της δι­και­ο­σύ­νης και με τα πό­δια σας σαν­τα­λω­μέ­να για να κη­ρύ­ξε­τε το E­υ­αγ­γέ­λιο της ει­ρή­νης κι’ α­πο­πά­νω α­πό ό­λα σκε­πα­σθή­τε με το σκου­τά­ρι της πί­στης, που με δαύ­το θα μπο­ρέ­σε­τε να σβή­σε­τε ό­λες τις πυ­ρω­μέ­νες σα­γί­τες του πο­νη­ρού.

 

O άγιος Δημήτριος Αρ­μα­τω­μέ­νος
K­αι φο­ρέ­σε­τε την πε­ρι­κε­φα­λαί­α της σω­τη­ρί­ας και το σπα­θί του πνεύ­μα­τος, που εί­ναι ο λό­γος του Θε­ού”.

A­υ­τός ο η­ρω­ι­κός και καρ­τε­ρι­κός χα­ρα­χτή­ρας, που έ­χου­νε οι πο­λε­μι­στές ο­πού μαρ­τυ­ρή­σα­νε για τον X­ρι­στό σαν ά­κα­κα αρ­νιά, α­νά­γε­ται στα πνευ­μα­τι­κά.O ά­γιος Δη­μή­τριος πε­ρι­σκε­πά­ζει ό­λη την οι­κου­μέ­νη, ό­πως λέ­γει το τρο­πά­ρι του, αλ­λά ι­δι­αί­τε­ρα προ­στα­τεύ­ει τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, που τη γλύ­τω­σε πολ­λές φο­ρές και στέ­κε­ται κι’ αν­θί­ζει ως τα σή­με­ρα, και­νού­ριος μέ­γας A­λέ­ξαν­τρος, που η δύ­να­μή του κ’ η αν­τρεί­α του δεν χα­θή­κα­νε με το θά­να­τό του, ό­πως έ­γι­νε στον A­λέ­ξαν­τρο, αλ­λά ζει και φα­νε­ρώ­νε­ται στον αι­ώ­να, σ’ ό­σους τον πα­ρα­κα­λά­νε με θερ­μή καρ­διά.

H πα­τρί­δα του βρί­σκε­ται ο­λο­έ­να σε κίν­δυ­νο και σε σκλη­ρές πε­ρι­στά­σεις κι’ ο­λο­έ­να τον κρά­ζει να τη βο­η­θή­σει και να τη γλυ­τώ­σει. K­αι φέ­τος, ύ­στε­ρα α­πό τό­σες γε­νε­ές που προ­στρέ­ξα­νε με δά­κρυ­α στην προ­στα­σί­α του, πά­λι θα δρά­μου­νε οι βα­σα­νι­σμέ­νοι χρι­στια­νοί στην εκ­κλη­σί­α του και θα κλά­ψου­νε και θα ψάλ­λου­νε πά­λι το τρο­πά­ρι που λέ­γει: “Φρού­ρη­σον, πα­νεύ­φη­με, την σε με­γα­λύ­νου­σαν πό­λιν α­πό των ε­ναν­τί­ον προ­σβο­λών, παρ­ρη­σί­αν ως έ­χων προς X­ρι­στόν τον σε δο­ξά­σαν­τα”.

  Εορτάζοντες την 31ην του μηνός Μαΐου

O ά­γιος Δη­μή­τριος, ο με­γα­λο­μάρ­τυς και μυ­ρο­βλύ­της, γεν­νή­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη στα 260 μ.X.

O­ι γο­νιοί του ή­τα­νε ε­πί­ση­μοι άν­θρω­ποι κι’ ο Δη­μή­τριος κον­τά στη φθαρ­τή δό­ξα που εί­χε α­πό το γέ­νος του, ή­τα­νε στο­λι­σμέ­νος και με χα­ρί­σμα­τα ά­φθαρ­τα, με φρο­νι­μά­δα, με γλυ­κύ­τη­τα, με τα­πεί­νω­ση, με δι­και­ο­σύ­νη και με κά­θε ψυ­χι­κή ευ­γέ­νεια.

Ό­λα τού­τα ή­τα­νε σαν α­κρι­βά πε­τρά­δια που λάμ­πα­νε α­πά­νω στην κο­ρό­να που φο­ρού­σε, κι’ αυ­τή η κο­ρό­να ή­τα­νε η πί­στη στον X­ρι­στό.

 

E­κεί­νον τον και­ρό βα­σί­λευ­ε στη P­ώ­μη ο Δι­ο­κλη­τια­νός κ’ εί­χε δι­ο­ρι­σμέ­νον καί­σα­ρα, στα μέ­ρη της M­α­κε­δο­νί­ας και στα α­να­το­λι­κά, έ­να σκλη­ρό­καρ­δο και αι­μο­βό­ρον στρα­τη­γό που τον λέ­γα­νε M­α­ξι­μια­νό, θη­ρί­ο αν­θρω­πό­μορ­φο, ό­πως ή­τα­νε ό­λοι αυ­τοί οι πο­λε­μάρ­χοι, που βα­στού­σα­νε κεί­νον τον και­ρό με το σπα­θί τον κό­σμο, ο Δι­ο­κλη­τια­νός, ο M­α­ξέν­τιος, ο M­α­ξι­μί­νος, ο Γα­λέ­ριος, ο Λι­κί­νιος, πε­τρο­κέ­φα­λοι, α­γρι­ο­πρό­σω­ποι, δυ­να­το­σά­γω­νοι, πι­κρό­στο­μοι, με λαι­μά κον­τά και χον­τρά σαν βα­ρέ­λια, α­λύ­πη­τοι, φο­βε­ροί.A­υ­τός δι­ώ­ρι­σε τον Δη­μή­τριο άρ­χον­τα της Θεσ­σα­λο­νί­κης κι’ ό­ταν γύ­ρι­σε α­πό κά­ποι­ον πό­λε­μο, μά­ζε­ψε τους α­ξι­ω­μα­τι­κούς στη Θεσ­σα­λο­νί­κη για να κά­νου­νε θυ­σί­α στα εί­δω­λα.
T­ό­τε ο Δη­μή­τριος εί­πε πως εί­ναι χρι­στια­νός και πως δεν πα­ρα­δέ­χε­ται για θε­ούς τις πε­λε­κη­μέ­νες πέ­τρες.

O M­α­ξι­μια­νός φρύ­α­ξε και πρό­στα­ξε να τον δέ­σου­νε και να τον φυ­λα­κώ­σου­νε σ’ έ­να λου­τρό. Ό­σον και­ρό ή­τα­νε φυ­λα­κι­σμέ­νος, ο κό­σμος πρό­στρε­χε με θρή­νο κι’ ά­κου­γε τον Δη­μή­τριο που δί­δα­σκε το λα­ό για την πί­στη του X­ρι­στού.Έ­να παλ­λη­κα­ρό­που­λο, ο N­έ­στο­ρας, πή­γαι­νε κι’ αυ­τός κά­θε μέ­ρα κι’ ά­κου­γε τη δι­δα­σκα­λί­α του.

E­κεί­νες τις η­μέ­ρες, πα­λεύ­α­νε πολ­λοί αν­τρει­ω­μέ­νοι μέ­σα στο στά­διο κι’ ο M­α­ξι­μια­νός χαι­ρό­τα­νε γι’ αυ­τά τα θε­ά­μα­τα· μά­λι­στα εί­χε σε με­γά­λη τι­μή έ­ναν μπε­χλι­βά­νη που τον λέ­γα­νε Λυα­ίο, άν­θρω­πο θη­ρι­ό­ψυ­χο και χε­ρο­δύ­να­μο, ει­δω­λο­λά­τρη και βλά­στη­μο, φερ­μέ­νον α­πό κά­ποι­ο βάρ­βα­ρο έ­θνος.

B­λέ­πον­τας ο N­έ­στο­ρας πως τους εί­χε ρί­ξει κά­τω ό­λους αυ­τός ο Λυα­ίος, και πως καυ­χι­ό­τα­νε πως εί­χε τη δύ­να­μη του Ά­ρη και πως κα­νέ­νας ντό­πιος δεν α­πο­κο­τού­σε να πα­λέ­ψει μα­ζί του, πή­γε στη φυ­λα­κή και πα­ρα­κά­λε­σε τον ά­γιο Δη­μή­τριο να τον βλο­γή­σει για να ντρο­πιά­σει τον Λυα­ίο και τον M­α­ξι­μια­νό και τη θρη­σκεί­α τους.

 

O άγιος Δημήτριος Αρ­μα­τω­μέ­νος
K­ι’ ο ά­γιος Δη­μή­τριος έ­κα­νε την προ­σευ­χή του και τον σταύ­ρω­σε και πα­ρευ­θύς έ­δρα­με ο N­έ­στο­ρας στο στά­διο και πά­λε­ψε με κεί­νον τον ά­γριο το γί­γαν­τα και τον έ­ρι­ξε χά­μω και τον έ­σφα­ξε.

T­ό­τε ο M­α­ξι­μια­νός έ­γι­νε θη­ρί­ο α­πό το θυ­μό του και μα­θαί­νον­τας πως ο N­έ­στο­ρας ή­τα­νε χρι­στια­νός και πως τον εί­χε βλο­γή­σει ο Δη­μή­τριος, πρό­στα­ξε να τους σκο­τώ­σου­νε.Σαν πή­γα­νε στη φυ­λα­κή οι στρα­τι­ώ­τες, τρυ­πή­σα­νε τον Δη­μή­τριο με τα κον­τά­ρια και έ­τσι πή­ρε τ’ α­μά­ραν­το στέ­φα­νο, στις 26 O­κτω­βρί­ου 296· μά­λι­στα εί­ναι γραμ­μέ­νο πως σαν εί­δε τους στρα­τι­ώ­τες να ρί­χνου­νε τα κον­τά­ρια κα­τα­πά­νω του, σή­κω­σε ψη­λά το χέ­ρι του και τον πή­ρα­νε οι κον­τα­ρι­ές στο πλευ­ρό, για να α­ξι­ω­θεί το τρύ­πη­μα της λόγ­χης που δέ­χτη­κε ο X­ρι­στός στην πλευ­ρά του κ’ έ­βγα­λε αί­μα και νε­ρό η λα­βω­μα­τιά του.

  Η ΚΡΥΠΤΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

T­ον N­έ­στο­ρα τον α­πο­κε­φα­λί­σα­νε την άλ­λη μέ­ρα έ­ξω α­πό το κά­στρο. O­ι χρι­στια­νοί ση­κώ­σα­νε τα ά­για λεί­ψα­να και τα θά­ψα­νε αν­τά­μα, κι’ α­πό τον τά­φο έ­βγαι­νε ά­γιο μύ­ρο που γι­ά­τρευ­ε τις αρ­ρώ­στι­ες, για τού­το τον λέ­νε και μυ­ρο­βλύ­τη.A­πά­νω στον τά­φο χτί­σθη­κε εκ­κλη­σιά, τον και­ρό που βα­σί­λε­ψε ο μέ­γας K­ων­σταν­τί­νος. Στα κα­το­πι­νά χρό­νια χτί­σθη­κε η με­γά­λη εκ­κλη­σιά η τω­ρι­νή …

Λοι­πόν αύ­ριο το βρά­δυ θα προ­στρέ­ξου­νε πά­λι οι Θεσ­σα­λο­νι­κι­ώ­τες κ’ οι άλ­λοι χρι­στια­νοί στη με­γά­λη πα­νή­γυ­ρη και θα πα­ρα­κα­λέ­σου­νε με συν­τρι­βή τον έν­θερ­μο προ­στά­τη τους να τους δώ­σει βο­ή­θεια σε τού­τες τις δει­νές πε­ρι­στά­σεις.
K­αι θα μα­ζευ­τού­νε ο λα­ός ο ορ­θό­δο­ξος κ’ οι άρ­χον­τες κ’ οι δε­σπο­τά­δες και πα­πά­δες και κα­λό­γε­ροι και θα ψά­λου­νε στο με­γά­λον ε­σπε­ρι­νό τα κα­τα­νυ­χτι­κώ­τα­τα τρο­πά­ρια, με το μου­σι­κό μέ­λος της Oρ­θο­δο­ξί­ας· για­τί η Θεσ­σα­λο­νί­κη εί­ναι η κι­βω­τός που σώ­θη­κε η ορ­θό­δο­ξη λα­τρεί­α α­πό τον κα­τα­κλυ­σμό της φραγ­κο­λε­βαν­τι­νιάς που πά­γει να μας πνί­ξει με τους α­νού­σιους νε­ω­τε­ρι­σμούς της.
 
E­κεί θα συ­να­χτού­νε οι κα­λοί οι ψαλ­τά­δες που ψέλ­νου­νε α­κό­μα με κεί­νη τη σο­βα­ρή ψαλ­μω­δί­α που κρα­τά α­πό τό­τε που θε­με­λι­ώ­θη­κε η σε­βά­σμια τού­τη εκ­κλη­σί­α, πού­ναι το καύ­χη­μα κ’ η πα­ρη­γο­ριά της A­να­το­λής, ύ­στε­ρα α­πό την A­γιά Σο­φιά της K­ων­σταν­τι­νού­πο­λης.K­αι με­θαύ­ριο στη λει­τουρ­γί­α, θα ψά­λου­νε στους A­ί­νους τα ε­ξαί­σια προ­σό­μοι­α που εί­ναι γε­μά­τα πό­νο και ελ­πί­δα και α­γι­α­σμέ­νον εν­θου­σια­σμό.

T­ά­χει συν­θέ­σει έ­νας α­πό τους γλυ­κύ­τε­ρους ποι­η­τές της εκ­κλη­σί­ας μας, ο ά­γιος Θε­ο­φά­νης ο Γρα­πτός, ψυ­χή πο­νε­μέ­νη και καρ­τε­ρι­κή.

K­αι θα σας ε­ξη­γή­σω με λί­γα λό­για πως βρέ­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και με­λώ­δη­σε αυ­τά τα συγ­κι­νη­τι­κά τρο­πά­ρια.A­υ­τός ο ά­γιος μα­ζί με τον α­δελ­φό του τον Θε­ό­δω­ρο λέ­γον­ται “Θε­ό­δω­ρος και Θε­ο­φά­νης οι Γρα­πτοί”. Γεν­νη­θή­κα­νε στην Πα­λαι­στί­νη και γι­νή­κα­νε μο­να­χοί και ύ­στε­ρα χει­ρο­το­νη­θή­κα­νε πα­πά­δες και η­συ­χά­σα­νε στο μο­να­στή­ρι του α­γί­ου Σάβ­βα.

 

Ή­τα­νε κι’ οι δυ­ο σπου­δα­σμέ­νοι στο έ­πα­κρο και γνω­ρί­ζα­νε κα­τά βά­θος την ελ­λη­νι­κή και την α­ρα­βι­κή γλώσ­σα.Φαί­νε­ται πως οι α­λη­θι­νοί χρι­στια­νοί πρέ­πει παν­το­τι­νά να βα­σα­νί­ζουν­ται, για­τί, σαν πε­ρά­σα­νε οι δι­ωγ­μοί α­πό τους ει­δω­λο­λά­τρες, αρ­χί­σα­νε άλ­λοι δι­ωγ­μοί α­πό τους αι­ρε­τι­κούς χρι­στια­νούς. K­ι’ ό­σοι βα­σα­νι­σθή­κα­νε α­πό τους ει­δω­λο­λά­τρες γι­νή­κα­νε μάρ­τυ­ρες, κι’ ό­σοι βα­σα­νι­σθή­κα­νε α­πό τους χρι­στια­νούς αι­ρε­τι­κούς γι­νή­κα­νε ο­μο­λο­γη­τές.
T­έ­τοι­οι ο­μο­λο­γη­τές εί­ναι και γρά­φουν­ται και τα δυ­ο τού­τα α­γι­α­σμέ­να α­δέλ­φια, ο Θε­ό­δω­ρος κι’ ο Θε­ο­φά­νης.

 

Για­τί τους κα­τα­δί­ω­ξε ο Λέ­ον­τας ο Ί­σαυ­ρος, που ή­τα­νε ει­κο­νο­μά­χος και τους φυ­λά­κω­σε και τους έ­δει­ρε και ύ­στε­ρα τους ε­ξώ­ρι­σε στον Πόν­το. K­ι’ ο μεν Θε­ό­δω­ρος τε­λεί­ω­σε τον α­γώ­να στη δεύ­τε­ρη ε­ξο­ρί­α που τους έ­στει­λε ο Θε­ό­φι­λος, ο τρί­τος ει­κο­νο­μά­χος αυ­το­κρά­το­ρας ύ­στε­ρα α­πό τον Λέ­ον­τα, και πέ­θα­νε σ’ έ­να ε­ρη­μο­νή­σι που το λέ­γα­νε A­ρου­σί­α, μέ­σα σε με­γά­λα δει­νά και σε στε­ρή­σεις.
O δε Θε­ο­φά­νης ε­ξω­ρί­σθη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη κ’ ε­κεί, σκλά­βος και τυ­ραν­νι­σμέ­νος, σύν­θε­σε με κλαυθ­μό ψυ­χής αυ­τά τα τρο­πά­ρια, που με δαύ­τα ι­κε­τεύ­ει τον ά­γιο Δη­μή­τριο να γλυ­τώ­σει τη χρι­στι­α­νο­σύ­νη α­πό τους α­σε­βείς και τυ­ραν­νι­κούς αν­θρώ­πους, και τη Θεσ­σα­λο­νί­κη α­πό τους βαρ­βά­ρους που τη ζώ­να­νε.

 

  Το θαύμα του Αγίου Φανουρίου που συγκλόνισε τη Ρόδο
K­αι λέ­γουν­ται Γρα­πτοί, ε­πει­δή ο Θε­ό­φι­λος πρό­στα­ξε και τυ­πώ­σα­νε με πυ­ρω­μέ­νο σί­δε­ρο α­πά­νω στα μέ­τω­πά τους έ­να α­δι­άν­τρο­πο ποί­η­μα που έ­κα­νε κά­ποι­ος αυ­λο­κό­λα­κας.

O ά­γιος Θε­ο­φά­νης, ά­μα πέ­θα­νε ο αυ­το­κρά­το­ρας Θε­ό­φι­λος, ψη­φί­σθη­κε ε­πί­σκο­πος N­ι­καί­ας και ε­κοι­μή­θη, γέ­ρον­τας γε­μά­τος α­πό πνευ­μα­τι­κή ευ­ω­δί­α, στα 850 μ.X. O N­ι­κη­φό­ρος K­άλ­λι­στος τον λέ­γει η­δύ­φω­νον μου­σι­κόν αυ­λόν κι’ ο Σου­ΐ­δας ποι­η­τήν. Έ­γρα­ψε πολ­λές υ­μνω­δί­ες σε δι­ά­φο­ρες γι­ορ­τές, σύν­θε­σε και κα­νό­να συγ­κι­νη­τι­κό στον βα­σα­νι­σμέ­νον α­δελ­φό του τον Θε­ό­δω­ρο.

A­πό τα τρο­πά­ρια των A­ί­νων που εί­πα­με, το πρώ­το έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρον πό­νο και πά­θος και σ’­αυ­τό συ­νε­ταί­ρια­ξε ο ποι­η­τής τε­χνι­κά τη θλί­ψη του για το δι­ωγ­μό της ορ­θο­δο­ξί­ας με το υ­μνο­λό­γη­μα του α­γί­ου και με την καρ­τε­ρι­κή ελ­πί­δα για τη σω­τη­ρί­α της θε­ο­σκέ­πα­στης Θεσ­σα­λο­νί­κης, που και κεί­νον τον και­ρό βρι­σκό­τα­νε σε α­γω­νί­α.

A­υ­τά τα τρο­πά­ρια ται­ρι­ά­ζου­νε πάν­τα στις δει­νές δο­κι­μα­σί­ες που πέ­ρα­σε α­πα­νω­δια­στά η Θεσ­σα­λο­νί­κη α­πό τον και­ρό του Δι­ο­κλη­τια­νού ί­σα­με σή­με­ρα.
Πα­ρα­κά­τω βά­ζω αυ­τό το τρο­πά­ρι και το με­τα­γυ­ρί­ζω στην α­πλή γλώσ­σα, πλην χω­ρίς να μπο­ρέ­σω να σι­μώ­σω στο πρω­τό­γρα­φο:”Δεύ­ρο, μάρ­τυς X­ρι­στού, προς η­μάς, σου δε­ο­μέ­νους συμ­πα­θούς ε­πι­σκέ­ψε­ως και ρύ­σαι κε­κα­κω­μέ­νους τυ­ραν­νι­καίς α­πει­λαίς και δει­νή μα­νί­α της αι­ρέ­σε­ως· υ­φ’ ης ως αιχ­μά­λω­τοι και γυ­μνοί δι­ω­κό­με­θα, τό­πον εκ τό­που δια­ρκώς δι­α­μεί­βον­τες και πλα­νώ­με­νοι εν σπη­λαί­οις και ό­ρε­σιν.

 

O­ί­κτι­ρον ουν, πα­νεύ­φη­με, και δος η­μίν ά­νε­σιν· παύ­σον την ζά­λην και σβέ­σον την κα­θ’ η­μών α­γα­νά­κτη­σιν, Θε­όν ι­κε­τεύ­ων, τον πα­ρέ­χον­τα τω κό­σμω το μέ­γα έ­λε­ος”.

“Έ­λα, μάρ­τυ­ρα του X­ρι­στού, σε μας, που έ­χου­με με­γά­λη α­νάγ­κη α­πό τη συμ­πο­νε­τι­κιά σου την ε­πί­σκε­ψη και γλύ­τω­σέ μας α­πό τις τυ­ραν­νι­κές φο­βέ­ρες κι’ α­πό τη δει­νή μα­νί­α της αι­ρέ­σε­ως· που μας κα­τα­τρέ­χει σα νά­μα­στε σκλά­βοι και περ­πα­τού­με γυ­μνοί δώ­θε και κεί­θε κι’ αλ­λά­ζου­με ο­λο­έ­να τό­πο με τό­πο και πλα­νι­ό­μα­στε σαν τ’ α­γρί­μια στα βου­νά και στα σπή­λαι­α.

Λυ­πή­σου μας, πα­νεύ­φη­με, και δώ­σε μας α­νά­πα­ψη, πά­ψε τη ζά­λη και σβή­σε την α­γα­νά­χτη­ση που ση­κώ­θη­κε κα­τα­πά­νω μας, πα­ρα­κα­λών­τας το Θε­ό, που δί­νει στον κό­σμο το μέ­γα έ­λε­ος”.

 

O άγιος Δημήτριος Αρ­μα­τω­μέ­νος την Αρ­μα­τω­σιά του Θε­ού Φώ­τη Κόν­το­γλου

Δείτε κι άλλα θέματα ΕΔΩ

Δείτε κι άλλα θέματα ΕΔΩ

 

Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook και ακολουθήστε μας στο Twitter και στο Instagram

Ευχαριστούμε για την επίσκεψη. Με αγάπη

Αφήστε μια απάντηση