28 Απριλίου Των Αγίων εννέα Μαρτύρων των εν Κυζίκω μαρτυρησάντων, Μέμνονος του Θαυματουργού, Αυξιβίου

Τω αυτώ μηνί ΚΗ’, μνήμη των Αγίων εννέα Μαρτύρων των εν Κυζίκω μαρτυρησάντων, Θεόγνιδος, Ρούφου, Αντιπάτρου, Θεοστίχου, Αρτεμά, Μάγνου, Θεοδούλου, Θαυμασίου, και Φιλήμονος.


Εικών αΰλων ταγμάτων των εννέα,
Οι τας κάρας τμηθέντες άνδρες εννέα.

Εικάδι ογδοάτη βιότου λυγρού εννέ’ απήραν.


(adsbygoogle = window.adsbygoogle || []).push({});



Ούτοι οι Άγιοι του Χριστού Μάρτυρες, εσυνάχθηκαν μεν από διαφόρους τόπους, επιάσθηκαν δε, από τους ειδωλολάτρας εις την Κύζικον, και ερωτηθέντες περί της του Χριστού πίστεως, εντροπίασαν τον άρχοντα της Κυζίκου με την γενναιότητα της γνώμης των, και επεριγέλασαν την πλάνην των ειδώλων. 


Όθεν τιμωρηθέντες με διάφορα βάσανα, δεν εθυσίασαν εις τα είδωλα, αλλά μάλλον επρόσφεραν τον εαυτόν τους θυσίαν ζωντανήν εις τον ζώντα Θεόν, δια ξίφους γαρ απεκεφαλίσθησαν. Όθεν και μετά θάνατον έγιναν ιατρείον άμισθον διαφόρων παθών, εις τους μετά πίστεως αυτοίς πλησιάζοντας.

Διήγησις περί του γενομένου θαύματος κατά την Αφρικήν εν τη πόλει Καρθαγένη.
Έκστηθι λάγνε ώδε μοιχείας βλέπων,
Την εκδίκησιν, και μακράν ταύτης γίνου.
Κατά τους χρόνους Ηρακλείου του βασιλέως, και Νικήτα Πατρικίου εν έτει χκε’ [625], έγινεν εις την Αφρικήν τοιούτον θαυμάσιον. Εις την Καρθαγένην, ήτις νυν ονομάζεται Τούνεζι, ήτον ένας στρατιώτης βασιλικός, επειδή δε ηκολούθησεν εις την πόλιν θανατικόν, ήτοι πανούκλα, επήρεν ο στρατιώτης την γυναίκα του και επήγεν εις ένα προάστειον, ήτοι τζεφτιλίκι, δια να γλυτώση από τον θάνατον. 

Αλλ’ ο Διάβολος παρακινήσας αυτόν εις σαρκικήν αμαρτίαν, τον έκαμε να μοιχεύση την γυναίκα του γεωργού του. Έπειτα κτυπηθείς από το πάθος οπού ακολουθεί εις τον βουβώνα, ήγουν εις τας αρχάς των μηρίων, ταυτόν ειπείν κτυπηθείς από την πανούκλαν, απέθανε. Και μετά τρεις ώρας, άρχισε να φωνάζη από τον τάφον και να λέγη ελεήσατέ με. Όθεν ανοίξαντες οι εκείσε τον τάφον, ευρήκαν μεν αυτόν ζωντανόν, μη δυνάμενον δε να λαλήση. Θαλάσσιος δε ο τότε Πάπας της Αφρικής, επαρηγόρησεν αυτόν. Μετά δε τρεις ημέρας, αφ’ ου ήλθεν εις τον εαυτόν του, εδιηγήθη ταύτα. Όταν η ψυχή μου έμελλε να εύγη από το σώμα μου, έβλεπον μερικούς Αιθίοπας μαύρους και φοβερούς εις το είδος, οι οποίοι εσηκώθηκαν κατ’ επάνω μου και με επολέμουν. 

Μετά ταύτα είδον δύω νεανίσκους ωραίους οπού ήλθον εκεί, δια τους οποίους εχαροποιήθη η ψυχή μου (1). Αυτοί λοιπόν πέρνοντες εμένα, με ανεβίβαζον εις τον ουρανόν. Τα δε τελώνια των εν τω αέρι μαύρων δαιμόνων εξέταζον κάθε αμαρτίαν μου, και άλλο μεν τελώνιον, εξέταζε το ψεύδος, άλλο δε, τον φθόνον, άλλο την πλεονεξίαν. Εις ταύτας δε τας αμαρτίας ανταπεκρίνοντο και οι νέοι εκείνοι, φέροντες τας αρετάς οπού έπραξα. Όταν δε ανέβημεν εις την πύλην του Ουρανού, απάντησεν εις ημάς το τελώνιον της μοιχείας, και επρόβαλε την προ ολίγου πραχθείσαν αμαρτίαν μου. Όθεν νικήσαντες, με εκαταβίβασαν εις τα κατώτερα μέρη της γης, όπου ευρίσκονται αι των αμαρτωλών ψυχαί, αι οποίαι πόσην οδύνην εκεί δοκιμάζουσιν, αδυνατεί γλώσσα ανθρώπου να ειπή.

Εγώ δε εκεί καταβιβασθείς, εθρήνουν και έκλαιον. Όθεν εφάνησαν πάλιν εις εμέ οι δύω εκείνοι νέοι, εις τους οποίους κλαίωντας έλεγον: ελεήσατέ με, και δότε μοι καιρόν να μετανοήσω. Τότε οι νέοι είπον ένας εις τον άλλον. Συμφωνείς με αυτόν, ότι έχει να μετανοήση, καθώς λέγει; Ο δε απεκρίθη, ναι συμφωνώ. Τότε λοιπόν ανέβασαν την ψυχήν μου, και την έμβασαν εις τον τάφον. Εκεί δε βλέπων εγώ το σώμα μου ως βόρβορον και λάσπην, δεν ήθελον να έμβω εις αυτό. Οι δε νέοι είπον μοι, αδύνατον είναι κατά άλλον τρόπον να μετανοήσης, ανίσως δεν έμβης εις το σώμα σου, και αν με αυτό δεν κοπιάσης να μετανοήσης, καθώς και με αυτό έκαμες την αμαρτίαν. Τότε λοιπόν εμβήκα μέσα εις το σώμα μου, και αφ’ ου αυτό εμψυχώθη και εζωντάνευσε, τότε άρχισα να φωνάζω. Ταύτα ειπών, έζησε τεσσαράκοντα ημέρας, χωρίς να φάγη, ή να πίη. Όθεν κλαίων και οδυρόμενος, πάλιν εκοιμήθη (2).
(1) Ούτοι ίσως ήτον οι Άγιοι Αρχάγγελοι ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ, καθότι και εις άλλους εφάνηκαν οι αυτοί με τοιούτον είδος, ως εν τοις θαύμασιν αυτών ιστορείται.

(2) Σημείωσαι, ότι εν τω χειρογράφω Κουβαρά της Μονής του Διονυσίου, κατά την πθ’ ερωταπόκρισιν Αναστασίου του Σιναΐτου την εκείσε γραφομένην, αναφέρεται και η ρηθείσα αύτη διήγησις, ης εν τω τέλει και ταύτα προστίθεται, ότι πάντες, ακούσαντες αυτού να φωνάζη από τον τάφον, ελεήσατέ με, ωφελήθησαν. Και φοβηθέντες δια την φοβεράν ταύτην διήγησιν, εθρήνει ο καθείς τας εδικάς του αμαρτίας. Βλέποντες δε τον άνθρωπον αποκαμωμένον και γεμάτον από δάκρυα, παρεκάλουν αυτόν να φάγη. Εκείνος δε, δεν υπήκουσε τελείως. Αλλά αφήσας αυτούς επεριπάτει εις τας Εκκλησίας, και ρίπτων τον εαυτόν του κάτω εις την γην, εφώναζε με δυνατήν φωνήν και με πολλά δάκρυα. Αλλοίμονον! αλλοίμονον εις εκείνους, οπού αμαρτάνουν και δεν μετανοούν. Ω ποία φοβερά κόλασις και κρίσις ακριβής αυτούς περιμένει! Έτζι λοιπόν διαπεράσας τεσσαράκοντα ημέρας νηστεύων και αγρυπνών και κηρύττων, και πολλούς αμαρτωλούς επιστρέφων εις μετάνοιαν, εκοιμήθη εν Κυρίω, προγνωρίσας τον θάνατόν του προ ημερών δώδεκα. Και τούτο δε σημείωσαι, ότι περιττώς γράφεται εδώ παρά τοις Μηναίοις, η μνήμη και το Συναξάριον του Αγίου Ιερομάρτυρος Πατρικίου Προύσης. Ταύτα γαρ γράφονται κατά την δεκάτην ενάτην του Μαΐου. Δίδω δε είδησιν εις τους αναγνώστας, ότι αι ερωταποκρίσεις Αναστασίου του Σιναΐτου, αι εν τω ανωτέρω Κουβαρά του Κοινοβίου του Διονυσίου περιεχόμεναι, είναι πολύ πλουσιώτεραι από τας εκδεδομένας, και ει τις ποτέ ευρεθείη να τας μετατυπώση, ας κάμη τρόπον να βάλη εκείνας εις χείρας του. Εισί δε αύται πόνημα ουχί του παλαιοτέρου Αναστασίου, αλλά του νεωτέρου, και όρα εις την υποσημείωσιν του Συναξαρίου Αναστασίου του Σιναΐτου, κατά την κα’ του Απριλλίου.

ΠΗΓΗ

Αφήστε μια απάντηση