Ντρεπόμουν που δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού μου αλλά το ξεπέρασα

Ντρεπόμουν που δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού μου αλλά το ξεπέρασα

Ντρεπόμουν που δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού μου αλλά το ξεπέρασα

 

Πήρα στα χέρια μου απρόθυμα το χαρτί με τα αποτελέσματα που μου έδωσε ο γιατρός. Ένιωθα το στομάχι μου έτοιμο να εκραγεί. Καθώς κοιτούσα επίμονα και εξεταστικά το πρόσωπο του γυναικολόγου μου προσπαθώντας να βρω τις απαντήσεις, που βρίσκονταν στο χαρτί η επικείμενη αγωνία μου φούντωσε και άλλο. Το ήξερα.

 

«Το τεστ είναι θετικό. Είσαι έγκυος».

Η αντίδρασή μου ήταν τέτοια που δεν του επέτρεψε ούτε να μου πει «συγχαρητήρια» οπότε καθίσαμε σιωπηλοί να κοιταζόμαστε για αρκετή ώρα καθώς το μυαλό μου έτρεχε μίλια μακριά. Είχα μόλις κλείσει τα 21.

Ένιωσα τρομοκρατημένη για πολλούς λόγους: Ήμουν μικρή, απερίσκεπτη, μια εγωίστρια που άφησε τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ, σκεφτόμουν ότι η κοινωνία που ζούμε είναι ένα απαίσιο μέρος για παιδιά και το κυριότερο; Δεν ήθελα παιδιά.

Ήμουν ανεύθυνη. Δεν ξέρω αν θα γινόμουν καλή μητέρα. Εδώ δεν μπορούσα να φροντίσω καλά καλά τον εαυτό μου πώς θα μεγάλωνα ένα παιδί; Ένας ακόμη λόγος που με έκανε να φοβάμαι ακόμα περισσότερο: Δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας.

Η ντροπή που ένιωσα ήταν κάτι που έπρεπε να αντιμετωπίσω και να ξεπεράσω. Ο στιγματισμός φαινόταν ανυπέρβλητος.

 

Ντρεπόμουν που δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού μου αλλά το ξεπέρασα

 

Σκεφτόμουν ότι μία μέρα θα έπρεπε να μιλήσω γι’ αυτό το τεράστιο, το μυστικό, το καλά κρυμμένο κομμάτι της ζωής μου, μία μέρα που οι γονείς μου θα είχαν φύγει από τη ζωή και δεν θα χρειαζόταν πλέον να ντρέπονται για μένα, μία μέρα που οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην ιστορία μου δεν θα μπορούσαν πια να τη διαβάσουν, μία μέρα που ο κόσμος θα ήταν πιο ανοιχτόμυαλος και εγώ πιο γενναία. Τίποτε από τα παραπάνω δεν συνέβη.

Δεν μπορούσα απλά να κάτσω χωρίς να κάνω τίποτα. Ήμουν πάντα μαχητική και φεμινίστρια. Ήθελα απεγνωσμένα να καταργήσω όλα τα κοινωνικά εμπόδια που κρατούσαν τις γυναίκες φυλακισμένες. Δεν ήθελα οι γυναίκες που βρίσκονταν στην ίδια θέση με εμένα να αισθάνονται ντροπή, φόβο και μοναξιά παρόλα αυτά άργησα να μοιραστώ την εμπειρία μου με τρόπο ουσιαστικό.

 

Ντρεπόμουν που δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού μου αλλά το ξεπέρασα

Συχνά άνθρωποι φτωχοί, άνθρωποι αμόρφωτοι, άνθρωποι άλλου χρώματος, ράτσας και φυλής καθώς και τα παιδιά αγνώστου πατρός αντιμετωπίζονται από τους γύρω τους καχύποπτα, σαν να κουβαλούν κάποια αρρώστια, σαν να είναι μίασμα της κοινωνίας, ένα όνειδος που όλοι θέλουν να κρατήσουν έξω από τα σπίτια τους, μακριά από τις οικογένειές τους. Όλο αυτό ήθελα να το αλλάξω. Δεν ήμουν η εξαίρεση σε κανέναν κανόνα.

Ήμουν μια μορφωμένη, εικοσάχρονη κοπέλα μεσαίας τάξης που μεγάλωσε σε μία καλή, τίμια και θρήσκα οικογένεια. Κρίθηκα για τις επιλογές μου και πληγώθηκα. Η ιστορία μου θα μπορούσε να είχε βοηθήσει πολλές απελπισμένες κοπέλες να βγουν από τη δύσκολη θέση. Ξέρω καλά ότι με τον τρόπο μου μπορούσα να βοηθήσω, αλλά δείλιασα. Έμεινα χωρίς να κάνω τίποτα. Δεν ήμουν φεμινίστρια. Δεν ήμουν τόσο μαχητική όσο νόμιζα. Ήμουν μία υποκρίτρια.

  Κορονοϊός: Έτσι θα είναι η πρώτη συνάντηση μετά την καραντίνα [Βίντεο]

Σκεφτόμουν ότι θα ερχόταν η μέρα που η κόρη μου θα διάβαζε την ιστορία μου. Πώς θα αισθανόταν; Από τη στιγμή που αποφάσισα να γίνω μαμά της τα συναισθήματά της ήταν ύψιστη προτεραιότητα για μένα.

 

Τη φανταζόμουν να διαβάζει και να λέει «Η μαμά μου δεν με ήθελε;».

Θα ντρεπόταν για μένα όπως ντρεπόμουν και εγώ για τον εαυτό μου ή μήπως θα με έβλεπε σαν μία γενναία γυναίκα που αποφάσισε να μοιραστεί την ιστορία της για να σταματήσει ο κόσμος να αντιμετωπίζει με αυτό τον τρόπο τις γυναίκες και τις μητέρες; Ελπίζω να ισχύσει το τελευταίο αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρη.

Πιθανότατα θα είναι απλώς περίεργη να διαβάσει οτιδήποτε υπονοεί την ύπαρξη της σεξουαλικής ζωής της μητέρα της κι αμέσως μόλις αρχίζει να διαβάζει, αυτόματα θα σταματήσει.

Η ιστορία μου είναι μέρος και της δικής της ιστορίας. Αυτό και μόνο. Απλά ένα μέρος για το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη. Αυτό το χάος το προκάλεσα εγώ, ήταν δικό μου. Το παιδί μου δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να κουβαλήσει το βάρος των δικών μου λαθών.

Ήταν η δική μου ιστορία, η δική μου αλήθεια και έπρεπε να τη μοιραστώ. Αυτό κάνω σήμερα. Νιώθω τόσο τρομοκρατημένη όσο εκείνη την ημέρα στο ιατρείο του γυναικολόγου μου όταν έμαθα ότι ήμουν έγκυος. Ένιωθα και νιώθω μόνη κι ας ξέρω ότι δεν είμαι. Συμβαίνει πολύ πιο συχνά απ’ ότι νομίζετε. Κανείς δεν μιλάει γι’ αυτό, όχι σοβαρά τουλάχιστον. Θα το κάνω εγώ σήμερα για πρώτη φορά…

 

Ντρεπόμουν που δεν ήξερα ποιος ήταν ο πατέρας του παιδιού μου αλλά το ξεπέρασα

 

Έκλαιγα καθώς περίμενα να μπω για το πρώτο μου υπερηχογράφημα. Δεν ήξερα τι μου γινόταν ούτε τι με περίμενε. Γύρω μου ευτυχισμένες, μέλλουσες μαμάδες γεμάτες χαρά και περηφάνια καμάρωναν για τις φουσκωμένες τους κοιλίτσες, γεμάτες ζωή, γεμάτες όνειρα, γεμάτες ελπίδα κι εγώ να κοιτάζω μελαγχολικά το γιατρό καθώς μου εξηγούσε τις επιλογές μου.

Έγνεψα και σηκώθηκα και έφυγα. Γύρισα σπίτι μου κρατώντας μία ασπρόμαυρη φωτογραφία του μωρού μου – μία σταλίτσα πλάσμα με μη αναγνωρίσιμο το ανθρώπινο στοιχείο ακόμα. Πήγα στη δουλειά μου. Εκείνη την ημέρα έκανα πολλές φορές εμετό. Το άγχος έκανε το σώμα μου να βράζει, το δέρμα μου σαν να έχει πάρει φωτιά.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα χιλιάδες ιδέες πέρασαν από το μυαλό μου. Πρώτη και καλύτερη να μη φέρω καν αυτό το παιδί στον κόσμο, απόφαση με την οποία αγωνίστηκα πολύ αλλά βαθιά μέσα μου ήξερα ότι στο τέλος θα το κρατούσα. Δεν μπορούσα να το «ρίξω» έλεγα μέσα μου. Ήξερα ότι μπορούσα και το ήθελα και στο τέλος το έκανα. Κέρδισε η καλή μου πλευρά.

  Αγωνίζομαι να παραμείνω άνθρωπος ευτυχισμένος

Ωστόσο τα προβλήματα εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο μπαμπάς του. Έψαχνα στο διαδίκτυο με ποιό τρόπο θα μπορούσα να μάθω. Αναζητούσα παρόμοιες εμπειρίες άλλων γυναικών, έστω μια ελπιδοφόρα ιστορία που θα με βοηθήσει να ανακαλύψω την αλήθεια.

 

Πώς το αντιμετώπισαν άλλες κοπέλες που βρέθηκαν στη θέση μου; Πώς αισθάνονταν;

 

Πώς το χειρίστηκαν; Μετά από πέντε λεπτά αναζήτησης το μόνο που πέτυχα ήταν σχόλια όπως: «Φρικτοί άνθρωποι, φρικτοί γονείς», «Απαράδεκτοι», «Πρέπει να είσαι πόρνη ή να έχεις βιαστεί για να μην ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας»…

Αρκετά είχα διαβάσει. Φτάνει. Ένιωσα ξαφνικά σαν να ήμουν εγώ ο στόχος των επιθέσεων τους, το αντικείμενο του χλευασμού τους. Ένιωσα έρμαιο στα χέρια τους, ένιωσα σαν να με προσβάλλουν χωρίς να με ξέρουν καν. Το μόνο που ήθελα ήταν να βρω χρήσιμες συμβουλές, δεν ήθελα κάποιον που θα με κάνει να νιώσω χειρότερα απ’ ότι αισθανόμουν ήδη. Κυριολεκτικά μισούσα τον εαυτό μου και σχόλια όπως αυτά μου έδωσαν για μία στιγμή την εντύπωση ότι είμαι εγώ εναντίον όλων.

Προσπάθησα να βρω τον πατέρα του παιδιού μου αναζητώντας την ημέρα της σύλληψης (ξέρω, πρώτα αυτό έπρεπε να κάνω και μετά όλα τα υπόλοιπα). Φυσικά και γνώριζα με ποιον είχα κάνει σεξ. Φυσικά και γνώριζα πότε είχα κάνει σεξ αλλά δεν θυμόμουν πότε είχα τελευταία φορά περίοδο για να υπολογίσω πιο σωστά.

 

Ζαλισμένη από τη δουλειά, το πανεπιστήμιο και τη ζωή μου γενικότερα δεν έδινα και πολλή σημασία στα υπόλοιπα…

Μέσα σε ένα μήνα είχα μία σύντομη σχέση μιας εβδομάδας με κάποιον που τελείωσε, είχα βγει με έναν καινούργιο τύπο που τελικά δεν μου άρεσε, προσπάθησα να αναζωπυρώσω έναν παλιό έρωτα αλλά δεν πέτυχε και ξεκίνησα να βγαίνω με κάποιον άλλον που μπορώ να πω ότι πήγαινε καλά.

Σε κάθε μου σχέση ήμουν πιστή. Μπορεί να είχα πάει με τέσσερις διαφορετικούς άντρες αλλά το θεωρούσα φυσιολογικό στην ηλικία μου. Δεν ήμουν ανήθικη ούτε τσούλ@ όπως πολλοί με είπαν. Και ηθική ήμουν και μετρημένη και όλα.

Προσπάθησα πολλές φορές να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά μου ή να αποδείξω το ποια είμαι μέχρι που στο τέλος σταμάτησα. Δεν υπήρχε τίποτα να δικαιολογήσω ή να αποδείξω. Έπαιρνα αντισυλληπτικά αλλά δεν έπιασαν και ξαφνικά βρέθηκα εδώ, αντιμέτωπη με τέσσερις πιθανούς μπαμπάδες παίζοντας με τις πιθανότητες. Δεν μπορούσα να είμαι σίγουρη απόλυτα για κανέναν.

Πρώτη μου επιλογή ήταν να το παίξω α-μπε-μπα-μπλομ κάτι που θεωρούσα πολύ ποταπό. Δεύτερη επιλογή να μην πω τίποτα και σε κανέναν και να απαντώ κάθε φορά που με ρωτούσαν «Α, ναι, ο πατέρας. Καλός άνθρωπος, δεν ταιριάζαμε» ή «Δεν ζει. Πέθανε στον πόλεμο»…

  Γιατί χρειάζεται να αφήνουμε το κινητό τηλέφωνο έξω από την κρεβατοκάμαρά μας

 

Τρίτη μου επιλογή ήταν να είμαι ειλικρινής με όλους.

Ανεξάρτητα από το πόσο φοβόμουν, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ ήθελα να το αποφύγω, μπορούσα απλά να πω την αλήθεια και να παρακολουθώ κάθε πρόσωπο να με κοιτάει με απέχθεια και απογοήτευση και να «πετάει» την προσβολή μπροστά μου ή μόλις γυρίσω την πλάτη. Αν επέλεγα το τρίτο έπρεπε να βάλω στην άκρη τη ντροπή μου και να σταθώ στο ύψος μου σε κάθε δύσκολη συζήτηση που θα έρθει.

Η ειλικρίνειά μου φάνηκε το καλύτερο που μπορούσα να κάνω. Η κόρη μου είχε κάθε δικαίωμα να ξέρει την αλήθεια. Θα ήταν σκληρό και εγωιστικό εκ μέρους μου να «κλέψω» εκείνο το μέρος της ταυτότητάς της, εκείνο το μέρος που έπρεπε να επιλέξει η ίδια αν θα δεχόταν ή αν θα αγνοούσε. Υπήρξα ανεύθυνη και ανόητη και το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για το παιδί μου ήταν να του πω την αλήθεια. Τη φανταζόμουν ενήλικη πια στα 18 της να αναζητά απεγνωσμένα ένα κομμάτι της ιστορίας της, το οποίο τόσο επιπόλαια της είχα στερήσει.

 

«Συγγνώμη κύριε. Μήπως είστε ο πατέρας μου;».

Έπρεπε να την προστατεύσω απ’ όλο αυτό. Ήταν δική μου ευθύνη. Οι επιλογές μου μας είχαν φέρει σε αυτή την κατάσταση. Θα ήμουν καλή μητέρα μόνο αν έβαζα τις ανάγκες της πάνω από τις δικές μου. Και αυτό έκανα.

Δεν μετανιώνω για τίποτα. Μπορεί να έκανα λάθη αλλά ποιος δεν κάνει κάποια στιγμή στη ζωή του; Εύχομαι ο ερχομός της κόρης μου μόνο χαρά και ευτυχία να έφερνε και όχι τον πόνο που δημιούργησα εγώ, αλλά την αγαπώ τρέλα και δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς εκείνη.

Η σεξουαλική μας ζωή είναι καθαρά δική μας επιλογή και δεν μας κάνει καλύτερους ή χειρότερους από άλλους. Σήμερα δεν αισθάνομαι μόνο αγάπη και ευγνωμοσύνη γιατί αυτό που θεωρούσα ως το χειρότερο που μπορούσε να μου συμβεί τελικά ήταν το καλύτερο. Δεν νιώθω πια καμία ντροπή.

 

Όλα τα άσχημα συναισθήματα τα έχω αφήσει πίσω μου εδώ και καιρό.

Εκείνη την ημέρα που πήγα στη δουλειά μου προσποιήθηκα ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Έκρυψα την αγωνία πίσω από ένα ψεύτικο, φωτεινό χαμόγελο, πήρα παραγγελίες από τους πελάτες και σέρβιρα αλλά η καρδιά μου χτυπούσε. Ολόκληρη η ζωή μου άλλαξε κι εγώ έπρεπε να προσποιηθώ ότι όλα ήταν καλά.

Εκείνη την ημέρα το αφεντικό μου με έστειλε νωρίς σπίτι. «Δεν φαίνεσαι και πολύ καλά», μου είπε.

Όντως δεν ήμουν καλά. Ή μήπως ήμουν; Τα είχα κάνει μαντάρα. Θα μπορούσα να τα είχα πάει καλύτερα. Το ήθελα. Και τελικά το έκανα…

 

Πηγή: scarymommy.com – singleparent.gr

fumara.gr

Αφήστε μια απάντηση